Π.Κ. | Οκτώβριος 2026
Άσμα κύκνου ψυχορραγούντος ,
Ψυχής ελαφρoπατούσας,
Φωνής γλυκόπικρης στο άκουσμα,
Σιγή θα τραγουδήσω και σιωπή θ απλώσω Σε πεντάγραμμο θα ρίξω φτερά λευκά κυνικά, Λυγισμένα, Κοφτερά, Μα ελπιδοφόρα
Και θα παίξω άρπα, χορδές πέτρινης ψυχής,
ατάλαντες,
άφωνες,
άτεμνες,
σκληρές, τραχιές ,οι χορδές αυτές που οργώνουν της ψυχής μου τους άγονους αγρούς .
Σκαλίζουν τα μάρμαρα εκείνα του μυαλού μου που ειδώλια φτιάχνουν .
Ειδώλια σπάζουν.
Ιδέες λαξεύουν σε λόγια πικρά, μα αληθινά .
Σε λόγια όχι ξύλινα.
Σε λόγια που ζωοποιό πνοή δίνουν και προστάζουν τον άνθρωπο να αμαρτάνει, προστάζουν τον άνθρωπο να ζήσει, μέχρις ότου να πέσει η δροσοσταλίδα από τον ιστό της υφάντρας , μεγάλης αράχνης Κλωθώ, και σαν τίση να σωριαστεί στο πάτωμα, υγρή, να εξατμιστεί.
Και τότε τέλος έρχεται βουβό ,
συχνότητα ευθεία ,
συχνότητα γραμμική, ομαλή ,
όχι ανοδική, μα ευθεία ,
επιφάνεια λεία, όχι τραχεία ,
πορεία ατέλευτη, ελεύθερη, μα μοναχική
του θανάτου η ζωή .